Διακήρυξη ενός ελεύθερου ανθρώπου: Έχω χρέος να σώσω τον κόσμο.

Της Στεύης Τσούτση.

Γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
Γεννήθηκα στη χώρα του φωτός. Μια χώρα που γέννησε τον πολιτισμό και τον μεταλαμπάδευσε σε όλο τον κόσμο. Απομεινάρια των προγόνων μου, ελληνικές επιγραφές, αγγεία, τάφοι και νομίσματα, βρίσκονται σκορπισμένα παντού.
Το έδαφος μιλά για την ιστορία μου πιότερο κι από τις σελίδες των βιβλίων. Όπου κι αν σκάψεις θα βρεις. Κάτω από το χώμα που πατώ, κοιμάται η αθέατη Ελλάδα.
 Όπου κι αν κοιτάξεις θα αναγνωρίσεις ρίζες ελληνικές. Σε ξένες λέξεις, σε παγκόσμιες  έννοιες κι αξίες.
Δημοκρατία, σεβασμός, φιλοσοφία, ειρήνη, ολυμπιακό πνεύμα, ελευθερία.

Κάποτε ήμουν ένας ελεύθερος άνθρωπος.
 Πλέον δεν ξέρω. Τώρα η ελευθερία μου υποθηκεύτηκε σε ξένα συμφέροντα. Πλέον άλλοι αποφασίζουν για μένα κι εγώ μένω αμέτοχος.
Πένητας.
Κυνηγώντας  τον άρτο τον επιούσιο. Πληρώνοντας σπατάλες αλλοτινών, παρασιτικών καιρών. Τότε που είχες πέντε, σου δάνειζαν άλλα πέντε κι εσύ ξόδευες είκοσι. Δεν ανησυχούσες για όσα έλειπαν. Είχε ο Θεός και τα έριχνε από τον ουρανό.
Μα ο ουρανός στέρεψε. Και σκοτείνιασε. Δίχως φως, δίχως χαραμάδα. Μονάχα αδιέξοδα.

Αυτοί οι ισχυροί του κόσμου, εμένα με κατέστρεψαν. Μου χάρισαν πλούτη που δεν ήταν δικά μου, μου έφτιαξαν σπίτια και μετά μου τα πήραν. Με τσάκισαν. Με άφησαν γυμνό και χρεωμένο.
Τα παιδιά μου έφυγαν στα ξένα. Μου τα έδιωξαν. Άλλοι εκμεταλλεύονται τις σπουδές και τα μυαλά τους. Κι εγώ απόμεινα να πληρώνω χαράτσια για ερημωμένα σπίτια.
Αδειανά. Με τις πόρτες των άλλοτε παιδικών δωματίων θεόκλειστες. Σφραγιστές, όπως και η καρδιά μου.
Κάποτε ήμουν ένας ελεύθερος άνθρωπος.
Τώρα είμαι πιόνι. Στρατιώτης στην πρώτη γραμμή των πολιτικών παιχνιδιών αυτού του κόσμου. Αναλώσιμος κι άμεσα αντικαταστάσιμος.
Μου είπαν να βοηθήσω την πατρίδα μου. Μου είπαν να πληρώσω για εκείνη. Για να σωθεί. Και το έκανα. Και το κάνω ακόμη. Μα τίποτα δεν έγινε.
Μονάχα ψέματα και κοροϊδίες.
Των κατ’ επάγγελμα εθνικών ευεργετών. Με τις αριστερές ιδέες και τις δεξιές τσέπες. Των φιλολαϊκών λαϊκιστών αυτού του κόσμου.
Όλα οξύμωρα. Οξύμωρος κι εγώ.
Ελεύθερος Πολιορκημένος.
Σε ένα καράβι που καίγεται κι ολοένα βουλιάζει. Κι εγώ περιμένω να με σώσουν. Γιατί έτσι με έμαθαν. Ότι κάποιος πάντα θα έρχεται να με σώσει. Κι εγώ θα περιμένω.
Χθες έμαθα πως σε λίγο θα πρέπει να ψηφίσω. Θα πρέπει να βάλω υπεύθυνα το χέρι στην κάλπη και να σταυρώσω κάποιον. Κάποιον από αυτούς που καθημερινά σταυρώνουν εμένα. Δε βρίσκω κανέναν.
Δε θέλω κανέναν.
Θέλω να είμαι ένας ελεύθερος άνθρωπος. Που θα σπρώξει τον τροχό να γυρίσει. Που δε θα πιστεύει σε σωτήρες, γιατί δεν υπάρχουν.
Που θα πιστέψει πως ο ίδιος και μόνο αυτός μπορεί να σώσει το τομάρι του. Που θα πάψει να κρύβεται πίσω από το δάχτυλο του. Που θα πάψει να φοβάται!
Με απείλησαν πως δίχως αυτούς, όσα ήξερα μέχρι σήμερα θα καταρρεύσουν. Μα έχουν ήδη όλα διαλυθεί! Κι εγώ γαντζώνομαι και φυλώ τα γκρεμίσματα μην πέσουν. Λες κι έχει αξία ό,τι έμεινε.
Θέλω να είμαι ένας ελεύθερος άνθρωπος! Με καταργημένους νεκρούς θεσμούς κι όρεξη για δουλειά. Αγάπη για ανανέωση κι αναδόμηση. Θέλω να απαρνηθώ τα σάπια και τα γκρεμισμένα και να φτιάξω άλλα, υγιή και στέρεα.
Με δικαιοσύνη, ισότητα, αξιοκρατία.
Θέλω για την πατρίδα μου τη λάμψη που της αξίζει. Θέλω τα παιδιά μου να γυρίσουν σπίτια τους κι ας πληρώνω δέκα χαράτσια κι όχι ένα.
Θέλω όλα να μπουν στη θέση τους και να λειτουργήσουν όπως πρέπει.
Κι αν χρειαστεί να βάλω πλάτη, θα το κάνω. Όπως το έκανα άπειρες φορές μέχρι τώρα. Αλλά να πιάσει τόπο κι όχι τσέπες.
Θέλω να ξαναγίνω περήφανος για την καταγωγή μου. Και σας θέλω κι εσάς μαζί.
Γιατί ένας μοναχός του ελεύθερος άνθρωπος, μπορεί να είναι και τρελός.
Πολλοί μαζί, είναι δύναμη.
Και μπορεί να σας φαίνεται πως  αντιδρώντας είναι λες και χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Έτσι είναι! Και μπορεί κάποια κεφάλια να σπάσουν.
Αλλά κάποτε θα σπάσουν τα σίδερα… Γι’ αυτή τη μέρα προσευχόμαστε…

 

διαφορετικό